ανηβώ

ανηβώ
ἀνηβῶ (-άω) (Α) [ήβη]
1. ξαναγίνομαι έφηβος
2. είμαι στην ακμή της νιότης μου.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Look at other dictionaries:

  • ἀνηβῶ — ἀ̱νηβῶ , ἀνηβάω grow young again imperf ind mp 2nd sg (doric aeolic) ἀνηβάω grow young again pres imperat mp 2nd sg ἀνηβάω grow young again pres subj act 1st sg (attic epic ionic) ἀνηβάω grow young again pres ind act 1st sg (attic epic doric… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνήβῳ — ἄνηβος not yet come to man s estate masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνανηβώ — άω, Α ξαναγίνομαι νέος, ανηβώ* μαζί με άλλον («τῇ τῆς ψυχῆς φιλεργίᾳ καὶ τὸ σῶμα συνανηβᾷ», Θεμίστ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + ἀνηβῶ «ξαναγίνομαι έφηβος, είμαι στην ακμή τής νιότης μου»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”